Γράφω γιατί βαριέμαι αλλά παράλληλα βαριέμαι να γράψω…

Advertisements

Νοέμβριος τρία χρόνια πριν. Η μοναξιά του τον έσπρωξε στην Ευρώπη, την σοφή γριά, την επί πολλά χρόνια κακή μητέρα, άχρηστη συνεργάτιδα και παρανοϊκά καταθλιπτική συφιλλιδική πόρνη η οποία επι χρόνια γεννοβολά και γεμίζει τον πλανήτη με αγγέλους και τέρατα. Μεσόγειος ο ίδιος έψαχνε την Αμερική του στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, στην από εδώ πλευρά. Ένα κράμα του Αλμπινόνι και της Αραπιάς- γέννημα του κατεστραμμένου Ράιχσταγκ- παιδί των δολοφονημένων επαναστατών του 1917 και των προδομένων αναρχικών της Ισπανίας- σφυρηλατημένο φύλλο χαλκού απο τα κανόνια του Ναζισμού και του Φασισμού- λιωμένη ψυχή με όλη την τρέλα του μετεφηβικού ενθουσιασμού -ανέβηκε στο τρένο και με το mp3 στην τσέπη και τ’ αυτιά ατένησε την μηδαμινότητα της ύπαρξης του και της καθημερινότητας του.

Παρακολουθεί τον αφρό που κάνει το φέρυ καθώς αφήνει πίσω του το λιμάνι της Πάτρας προσπαθώντας να ξεχάσει την διαλυμένη απο την αφρισμένη αδιαφορία του κόσμου καθημερινότητα του και καρφώνει τα μάτια του νου του στις ακτές της Ιταλίας. Γυρίζει και γυρίζει, φτάνει απο την Ανκόνα στα μουντά και απογοητευτικά Μεδιόλανα και περνάει στην Γερμανία. Μόναχο- ναζισμός-μπαρ-ησυχία-τάξη-ασφάλεια και Ρέγκενσμπουργκ- Δούναβης-λουκάνικα-μπύρα και ύστερα το γυάλινο Ράιχσταγκ και η πύλη του Βραδεμβούργου. Απέραντες πεδιάδες μοναξιάς και χιονιού και μικρά ποταμάκια που διαταράσσουν το μονόπλανο των γυμνωμένων δέντρων και των εξοχικών κατοικιών με τα μαύρα κεραμίδια. Ο Μέλανας Δρυμός το σύνορο κι έπειτα το Στρασβούργο και το μικρό δωμάτιο της συμμαθήτριας του. Το, τόσο ευρωπαϊκό, κλειστοφοβικό δώμα στην χωρίς μπαλκόνια πολυκατοικία που μοιάζει απο άλλη εποχή, λίγο μίζερη. Ύστερα οι κλοσάρ του Παρισιού τα Χριστούγεννα που περιμένουν στην ουρά του συσιτίου και τα γκέτο των μαύρων, λίγο πιο πέρα απο το παλάτι των Ηλυσίων. Άραγε αυτοί περάσαν απο την Μελίλα και την Σέουτα ή πέρπάτησαν πάνω στο νερό σαν βασανισμένοι με αλυσίδες στα πόδια; Όπως και να ‘χει… Ο δρόμος προς την Ρώμη ανοιχτός για νυχτερινή πορεία με το τρένο. Ξημερώματα στο Τέρμινι και εσπρέσσο ντόπιο. Οι κάλτσες του Χάρη και ο πακιστανός στο νυχτερινό λεωφορείο που μιλάει Ελληνικά.

Εν τάχει μυρωδιές της πολυσύνθετης πραγματικότητας του ταξιδιού. Απλές εντυπώσεις που δεν περιγράφουν την κατάσταση. Κι όλα αυτά τι άφησαν πίσω τους; Τι άφησαν μέσα του; Μια κενότητα. Δεν θεράπευσαν τίποτα. Αυτή είναι η Αμερική; Αυτό είναι το Ελ Ντοράντο; Τρία χρόνια μετά μια αναλαμπή ενός όπλου και ο θάνατος άνοιξαν τον δρόμο για την ζωή. Ο καθημερινός βιασμός όμως σκότωσε την ελπίδα και πάλι. Η ψυχή του θα ταξιδεύει για πάντα.

Στα χέρια του περασμένες οι αλυσίδες του αφέντη. Τον σέρουν οι φύλακες προς το δωμάτιο. Οι βασανιστές περιμένουν με ανοιχτή την πόρτα. Ο μικρός -ο ίδιος που σκοτώσανε πριν απο μερικές εβδομάδες ή ήταν μήνες ή μήπως χρόνια δεν θυμάμαι καλά- δεν αντιστέκεται άλλο, έχει αποκάμει απο την προσπάθεια για έναν ελεύθερο θάνατο. Τα χέρια του ακόμα πίσω απο την πλάτη ματωμένα στους καρπούς. Μπορεί και βλέπει έξω απο το παράθυρο με τα κάγκελα, αλλά τα μάτια του κλείνουν χωρίς εμφανή αιτία.

Ο πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Ο ίδιος πόνος, η ίδια διαδικασία. Θυμάται τον μετανάστη που είχε σκοτώσει έτσι γιατί μπορούσε, γιατί έτσι του είπαν να κάνει. Θυμάται την κοπέλα που μαχαίρωσε ο φίλος του που παραήταν χαζός για το σώμα. Αναπολεί ακόμα το υγρό μουνάκι της πουτάνας που πήρανε παρτούζα στο κρατητήριο. Ξαφνικά του έρχεται στο μυαλό η εικόνα του Ιταλού συναδέλφου του στο Μπολτζανέτο που βάραγε τους εχθρούς του λαού με ένα ξερό λουκάνικο ανάμεσα στα πόδια. Ξερογλύφεται. Δίνει εντολή να αφήσουν το σώμα να πέσει.

Το έδαφος του κελιού είναι σκληρό. Τα χέρια του πονάνε. Μπότες γύρω του γυροφέρνουν πάνω απο το κεφάλι του. Το ένα ζευγάρι πλησιάζει. Στέκεται μπροστά στο πρόσωπο του. Η μια μπότα εξαφανίζεται και σε λίγο εμφανίζεται να πλησιάζει με φόρα. Ένας γδούπος αντηχεί μέσα στο κεφάλι του. Παράλληλα κάτι σκληρό κοπανάει πάνω στην πλάτη του. Κάτι υγρό  και πηχτό που προήλθε από κάποιον απο το δωμάτιο αρχίζει να κυλάει στο μέτωπο του. Η διαδικασία συνεχίζεται. Συνεχίζεται.

Πλέον είναι ευχαριστημένος. Κάνει νόημα στους συναδέλφους του να τον αφήσουν. Τον σέρνουν έξω. Περνάει την πόρτα τελευταίος. Σύμφωνα με τους ανώτερους δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μπορεί να κάνει οτι θέλει στους κρατούμενους, δεν θα τους ξαναδεί το φως του ήλιου. Οι κάμερες δεν θα έρθουν, ούτε οι δημοσιογράφοι. Είναι ελεύθερος να ασκήσει το επάγγελμά του και ότι έμαθε στην σχολή. Η εργασία απελευθερώνει έγραφε στο Νταχάου!

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ

Πάδος

Αδιαμαρτύρητα θα εκλίψω

απο την αδιάκοπη ποταμίσια γραμμή του Αττικού ουρανού

φορώντας τα παλιοπάπουτσα που έχουν πατήσει στην πολυθρόφα γη

σε διάφορα μήκη και πλάτη

και ο χρόνος δεν θα έχει πια σημασία.

Ποιά πτήση πρέπει να προλάβω

για να ηρεμήσει ο φουσκονεριασμένος Πάδος

που δουλεύει δεκαπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο μέσα στην

ψυχή μου;

Τοπικά νέα: ο κόσμος δεν έχει σημασία μόνο οι αγαπημένοι.

He drag his feet on the stairs and opened the wooden door, shivering from the cold outside. It was April but this spring was rather cold for his liking. He closed the door behind him and locked it. The sound was irritating and just like every time he turned this god damn key on that bloody lock he felt his spine quiver a bit. «I must put some oil on that fucking lock» he thought. This was a thought that he had every day the last six months that he lived all alone. He turned around, put his jacket and hat on the coat-hat-rack and went to the bathroom. He washed his hands thoroughly and used the much used-unclean-rather dirty-towel before he turned around and have a leak. Then whistling a moody tune and looking bored as hell he went to the living room where he jumped on the sofa. He stayed there without moving for a while staring from the window at the building across the street where there were the offices of the public tv channel. He watched the guys in the studio and the guys that were working behind the scenes and he thought how miserable they were, how pitiful they all looked like. He saw a big bottle of this great red wine, with that rich and wholesome flavour, dumped on the table of the living room right beside an extremely expensive wineglass, which was from the set that he had bought with his ex-girlfriend from a well known store that is situated near the big square by the river. He remembered how well he felt when he was sitting on this sofa huddled up with a big blanket above him and his ex beside him also huddled up holding one of these wineglasses each, chatting and kissing and making comments about the guys across the street that worked from dusk till dawn and vice versa, like machines that just keep doing the same thing for as long as they function properly. He stood up and walked to the table. He held high the empty glass. «To your health my sweetheart» he said. Then he filled the glass. «To me» he said and drunk it straight away. He made for the kitchen. When he crossed the door of the living room he turned right and taking a left turn he put the small storage room that was between the living room and the kitchen behind him and entered the kitchen. There he went straight for the Venetian door that was at the far end of the room and opened it. A cold breeze hit him on the face and on the rest of his body making every hair on his body to stand up. At the same time he had the feeling that his pubic hair was moving, trying to curl itself as close to his balls as it could, an awkward but strangely relieving feeling that only male human beings can understand. Outside on the balcony there were his flower pots. In one of them he had planted rosemary which he liked a lot. Right next to the rosemary’s pot there was a pot with basil and next to it there was a pot that nowadays it had nothing in it or at least so it seemed. It was a rather big pot and someone would imagine that the flower that it once carried should have been vigorous and beautiful. He looked at it thoughtfully and then reached out and touched the red-brown soil. He pat it and then he put his other hand on it also. He bent over it and brought his nose and mouth and eyes and his whole face near it. His nose was so close that the only thing that he could smell was the smell of the wet from the rain soil mixed with a faint fragrance from the flower that once lived there. As he took a deep breath, all the other things that a human being smells with his brain when he smells a beloved scent touched the memory cells of his nose. He smelled every orgasmic evening he had with that girl- all the sweat and body juices and mixed body odours that made his bedroom ready to explode from the life force that was released followed by this flowery feeling- and then the coffees and the cigarettes and the bad breath of the morning -these sleepy fragrances that blended with the mellow scent of the flower that once existed in the pot- and all the afternoons and all the meals she cooked with his rosemary- that it was still standing there alone untouched nowadays- and then he started feeling how lonely he was. He couldn’t take his nose and his face from there. He wanted to stay bent forever smelling and thinking and remembering, living these things again and again and again, with every detail, with all the strong emotions and wild ecstasy and with all this wet divine feeling that the memories of the coupling of a man and a woman who are not together anymore brings to someone’s eyes. He was crying again. He started whispering something to the soil in the pot. Talking without knowing what he was saying, like making a conversation with a ghost, with a thing of his imagination. He said: «Your flower has withered my princess and your stem is cut. Only the roots are still deep in this red soil but the summer will probably kill them«. Then he stood up at last, he stayed watching at the far hills for a while. They never had a pic nic there like he wanted. He turned around closed the Venetian window behind him and lit up a cigarette. He put the espresso cassolette on the fire to make some coffee while he wiped his eyes with his sleeves. He knew that today if she was alive she would have her birthday and probably they would have been having sex right now. He drank the coffee, smoked that really strong cigarette and went to the living room to drink the rest of the red wine from the wineglass that still had her lipstick on its brim. It was six months now. Six months without her. One hundred and eighty three days alone here in Athens. Sweet melancholic vibrations.

Making your girl cry like an owl

d’ya really think that nightime is the time to do that?

Still remembering this huge spider crawling up and down your leg

Up and down, up and down…

I just wanted for ya to be worth (of it)

where the bats flew like crazy and the birds were crowing all the time

in this town made of water and mosquitoes

i understood that your girl was a shameless picture in your mind

a passion’s ornament, a curse…

-Never have i ever messed up with a person’s brains

– Never have i ever wanted ya to be there

I just wanted for ya to be worth (of it)

Παρακολουθώντας τον χοντρό καλλιτέχνη εδώ και χρόνια κράτησα την φράση «δημιουργική μιζέρια». Αν το καλοσκεφτείς, οι περισσότεροι μίζεροι άνθρωποι θέλουν για κάποιο σαδομαζοχιστικό αδιόρατο λόγο να μοιραστούν το πρόβλημα τους με τον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας ρυτίδες στην νερουλή επιφάνεια της Γης που ολοένα και μεγαλώνουν φτάνοντας ως την άκρη του πλανήτη και σβύνοντας εν τέλει στο χάσμα του χωροχρόνου μέσα στο οποίο βρίσκεται αυτή επίπεδη γη. Αυτό λέγεται δημιουργία. Το θέμα είναι αν μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει το αίτιο απο το αιτιατό, αν μπορεί δηλάδή να καταλάβει τι απο τα δύο έρχεται πρώτο η δημιουργία ή η μιζέρια; Κοινώς τι προκαλεί τι; Ποιο απο τα δύο είναι προαπαιτούμενο για το άλλο; Υπάρχει κάποιο προαπαιτούμενο ή αλληλεπιδρούν; Σημαντικά ερωτήματα -ναι καλα-περι δημιουργίας.

Αυτές οι σκέψεις εγκλωβίστηκαν στο κρανίο μου ύστερα απο την συνειδητοποίηση οτι όταν έχω περισσότερη δουλειά αισθάνομαι δημιουργικός αλλά κουρασμένος (και άρα μίζερος για το υπόλοιπο της νύχτας), ενώ όταν οι αρμοδιότητες μου μειώνονται ναι μεν αισθάνομαι ξεκούραστος (δηλαδή διαθέσιμος να δημιουργήσω κι άλλο), αλλά ταυτόχρονα βαριέμαι την ζωή μου, κοινώς μιζεριάζω. Επικεντρώνομαι στα της δουλειάς γιατί θέλω να εξετάσω αποκλειστικά αυτό, σίγουρα υπάρχει το υπερσύνολο της ζωής μέσα στο οποίο βρίσκεται το υποσύνολο της εργασίας, όμως οι μεταβλητές και οι παράγοντες είναι υπερβολικά πολλοί για να περιγράψεις το υπερσύνολο.

Υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις ανθρώπων που δεν αντέχουν να ζουν αυτόν το μικροδημιουργικό- μικροαστικό τρόπο ζωής. Την αίσθηση δηλαδή της μιζέριας σε σχέση με την δουλειά (είτε τους αρέσει αυτό που κάνουν, είτε όχι), είτε είναι μικροδημιουργοί, είτε μικροξύστες (κατα το ουρανομυτοξύστες, αυτοί δηλαδή που ξύνουν την μύτη στους στο γραφείο κοιτώντας τον ουρανό έξω απο το παράθυρο). Για αυτούς λοιπόν που δεν αντέχουν να ζουν την δημιουργική μιζέρια, τι μέλλον προβλέπεται;

Απάντηση: δεν προβλέπεται!

Όσοι μιζεριάζουν με συνέπεια να φτιάχνουν καπάκια για βαζάκια με αγγουράκι τουρσί ή όσοι φτιάχνουν καπάκια για βαζάκια με αγγουράκια τουρσί μιζεριάζοντας ή όσοι πλένουν σκάλες ή όσοι μοιράζουν φυλλάδια ή όσοι δουλεύουν σε μπαρ και καφετέριες και εστιατόρια ή όσοι πηδάνε για χρήματα και γλύφουν βρώμικα πέη και δίνουν πρωκτό ή όσοι φιλάνε κατουρημένες ποδιές για να μην κάνουν τίποτα απο όλα αυτά (και γλύφοντας πέη που φρεσκομυρίζουν βανίλια και δίνοντας κώλο για το τίποτα δουλεύουν εν συνεχεία σε εταιρείες μιλώντας γαλλικά και τρωγοπίνοντας χαβιάρι και σαμπάνια) θα συνεχίσουν να ζουν στην δημιουργική τους μιζέρια μέχρι να πουν: «οκ τώρα είναι η ώρα που τα αφήνω όλα πίσω μου». Τότε όμως ο αδίστακτος χωροχρόνος θα έχει άλλη άποψη και η ώρα θα είναι περασμένη.

Τελικά δεν είναι τίποτα… 40 χρονάκια δημιουργικής μιζέριας είναι μόνο. Πίσω στην δουλειά λοιπόν!

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031