Στα χέρια του περασμένες οι αλυσίδες του αφέντη. Τον σέρουν οι φύλακες προς το δωμάτιο. Οι βασανιστές περιμένουν με ανοιχτή την πόρτα. Ο μικρός -ο ίδιος που σκοτώσανε πριν απο μερικές εβδομάδες ή ήταν μήνες ή μήπως χρόνια δεν θυμάμαι καλά- δεν αντιστέκεται άλλο, έχει αποκάμει απο την προσπάθεια για έναν ελεύθερο θάνατο. Τα χέρια του ακόμα πίσω απο την πλάτη ματωμένα στους καρπούς. Μπορεί και βλέπει έξω απο το παράθυρο με τα κάγκελα, αλλά τα μάτια του κλείνουν χωρίς εμφανή αιτία.

Ο πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Ο ίδιος πόνος, η ίδια διαδικασία. Θυμάται τον μετανάστη που είχε σκοτώσει έτσι γιατί μπορούσε, γιατί έτσι του είπαν να κάνει. Θυμάται την κοπέλα που μαχαίρωσε ο φίλος του που παραήταν χαζός για το σώμα. Αναπολεί ακόμα το υγρό μουνάκι της πουτάνας που πήρανε παρτούζα στο κρατητήριο. Ξαφνικά του έρχεται στο μυαλό η εικόνα του Ιταλού συναδέλφου του στο Μπολτζανέτο που βάραγε τους εχθρούς του λαού με ένα ξερό λουκάνικο ανάμεσα στα πόδια. Ξερογλύφεται. Δίνει εντολή να αφήσουν το σώμα να πέσει.

Το έδαφος του κελιού είναι σκληρό. Τα χέρια του πονάνε. Μπότες γύρω του γυροφέρνουν πάνω απο το κεφάλι του. Το ένα ζευγάρι πλησιάζει. Στέκεται μπροστά στο πρόσωπο του. Η μια μπότα εξαφανίζεται και σε λίγο εμφανίζεται να πλησιάζει με φόρα. Ένας γδούπος αντηχεί μέσα στο κεφάλι του. Παράλληλα κάτι σκληρό κοπανάει πάνω στην πλάτη του. Κάτι υγρό  και πηχτό που προήλθε από κάποιον απο το δωμάτιο αρχίζει να κυλάει στο μέτωπο του. Η διαδικασία συνεχίζεται. Συνεχίζεται.

Πλέον είναι ευχαριστημένος. Κάνει νόημα στους συναδέλφους του να τον αφήσουν. Τον σέρνουν έξω. Περνάει την πόρτα τελευταίος. Σύμφωνα με τους ανώτερους δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μπορεί να κάνει οτι θέλει στους κρατούμενους, δεν θα τους ξαναδεί το φως του ήλιου. Οι κάμερες δεν θα έρθουν, ούτε οι δημοσιογράφοι. Είναι ελεύθερος να ασκήσει το επάγγελμά του και ότι έμαθε στην σχολή. Η εργασία απελευθερώνει έγραφε στο Νταχάου!

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ

Advertisements